Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014
Τρίτη 13 Αυγούστου 2013
Κωστής Παλαμάς - «O Ποιητής της Ρωμηοσύνης»
Κωστής Παλαμάς - «O Ποιητής της Ρωμηοσύνης»
(1859-1944)
"Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί
τα πόδια να φιλήσουμε
του δυνατού
σαν τα σκουλήκια που πατεί μας"
Ο Κωστής Παλαμάς ήταν απόγονος
μιας παλαιάς οικογένειας που εμφανίσθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα. Γενάρχης
της υπήρξε ο Παναγιώτης Παλαμάρης.
Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859. Σε ηλικία 7
χρονών έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς. Σε ηλικία μόλις 16 χρονών
αρχίζει σπουδές νομικής, ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του.
Το 1876 έρχεται στην Αθήνα όπου
και γράφεται στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Γρήγορα όμως θα εγκαταλείψει τη
Νομική, και έτσι αποφασίζει να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Παρά το ότι θα
ασχοληθεί με τη ΝΕΑ ελληνική λογοτεχνία, το πρώτο του έργο, που θα δημοσιευτεί
το 1876 με τίτλο "Ερώτων 'Eπη" θα γραφτεί σε υπερκαθαρεύουσα.
Το 1886 θα κυκλοφορήσει η πρώτη
του συλλογή στη δημοτική και το 1889 δημοσιεύεται ένα από τα καλύτερα έργα του,
ο "Ύμνος της Αθηνάς", ο οποίος θα βραβευτεί στο Φιλαδέλφειο ποιητικό
διαγωνισμό. Αυτό είναι και το πρώτο του βραβείο. Εισηγητής του διαγωνισμού
αυτού ήταν ο Νικόλαος Πολίτης.
Το 1892 δημοσιεύει τη συλλογή
"Τα μάτια της ψυχής μου", η οποία βραβεύτηκε και αυτή, το 1890. Το
1897 γίνεται γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δουλειά για την οποία
αμοιβόταν αρκετά καλά, και έτσι απέκτησε την οικονομική άνεση για να συνεχίσει
το έργο του.
'Ενα χρόνο αργότερα, το 1898, δημοσιεύει δύο ποιητικές συλλογές,
το "'Αστυ" και τον "Τάφο". Ακολουθεί μια περίοδος έμπνευσης
και ο Παλαμάς γράφει το 1900 τους "Χαιρετισμούς της Ηλιογέννητης", το
1904 την "Ασάλευτη Ζωή", το 1907 τον "Δωδεκάλογο του
Γύφτου", το 1910 την "Φλογέρα του Βασιλιά" και το 1919 "Τα
Δεκατετράστιχα", τα οποία δημοσιεύονται και στην Αλεξάνδρεια.
Το 1925
παίρνει το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και με την ίδρυση της Ακαδημίας των
Αθηνών γίνεται και ένα από τα βασικά στελέχη της. Το 1928 δημοσιεύει τους
"Δειλούς και σκληρούς στίχους" (Σικάγο) και το 1930 ή, κατά άλλους,
το 1931 γίνεται πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ετικέτες
ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ,
ΕΞΕΧΟΝΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ Α´ ΗΜΙΣΕΟΣ ΤΟΥ 20οῦ ΑΙΩΝΟΣ,
Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ,
Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ,
Η ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ,
Η ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΦΟΡΕΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ,
Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ,
Η ΕΘΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ,
Η ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ,
Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ,
Η ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ,
Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ,
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΡΩΜΗΟΥ,
ΘΕΜΑΤΑ ΕΙΔΙΚΟΥ ΒΑΡΟΥΣ,
Ο ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ,
Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ,
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ,
ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
Σάββατο 27 Απριλίου 2013
Η ελληνική γλώσσα στον 21ο αιώνα
|
Η ελληνική γλώσσα στον 21ο αιώνα·
παρελθόν και μέλλον
|
|
»»» Γεώργιος Μπαμπινιώτης
Στην
καμπή από τον 20ό προς τον 21ο αιώνα ο απολογισμός τού τι έγινε στη γλώσσα
μας στον αιώνα που φεύγει και τι προοπτικές ανοίγονται για την Ελληνική στον
αιώνα που έρχεται, ο προβληματισμός για το πού βρίσκεται και πού βαδίζει η
ελληνική γλώσσα είναι εξ αντικειμένου ζήτημα υψίστης σημασίας. Αν, βεβαίως,
δεχθούμε ότι η γλώσσα είναι κύριο στοιχείο της ταυτότητας ενός λαού και
βασικό σημείο αναφοράς για την περασμένη, τη σύγχρονη και τη μελλοντική
πορεία του. Αν δεχθούμε την αρχή του Austin ότι γλώσσα σημαίνει πράξη. Αν
στοιχίσουμε στη διακήρυξη του Wittgenstein ότι ο κόσμος μας είναι η γλώσσα
μας. Αν συμφωνήσουμε με τον Barthes ότι ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος κειμένων
προφορικών και γραπτών. Κοντολογίς, αν δούμε τη γλώσσα στις πραγματικές της
διαστάσεις ως εκδήλωση της σκέψης, του πολιτισμού, της ιστορίας και της όλης
υπόστασης ενός λαού.
|
Κυριακή 21 Απριλίου 2013
Οικουμενικό Πατριαρχείο και Γλωσσικό Ζήτημα στις αρχές του 20ου αιώνα
-->
Τα όρια της «μέσης οδού»: Οικουμενικό Πατριαρχείο και Γλωσσικό Ζήτημα
στις αρχές του 20ου αιώνα
Δημήτριος Σταματόπουλος
Στη μεγάλη κρίση του γλωσσικού
ζητήματος στις αρχές του 20ου αιώνα, τα Ευαγγελικά, είναι γνωστό ότι ενεπλάκη
και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η σχεδόν παράλληλη απόπειρα της βασίλισσας
Όλγας να αναθέσει τη μετάφραση του Ευαγγελίου στην δημοτική στη γραμματέα της
Ιουλία Σωμάκη, με τη σιωπηλή έγκριση του μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου (η
υπόθεση αυτή ξεκινά ήδη από το 1898), και η δημοσίευση από την εφημερίδα
«Ακρόπολις» της μετάφρασης της Αγίας Γραφής από τον Αλέξανδρο Πάλλη, τον
Σεπτέμβριο του 1901, προκάλεσαν μεταξύ άλλων και την αντίδραση της Μεγάλης
Εκκλησίας[1].
Το γεγονός ότι η απόφαση της
βασίλισσας Όλγας αποτέλεσε μια επιλογή στο ευρύτερο πλαίσιο ανασύνταξης του
κύρους της δυναστείας μετά τον αποτυχημένο πόλεμο του 1897 είναι
αδιαμφισβήτητο[2]. Ωστόσο η ρωσική καταγωγή της (κόρη του Μεγάλου Δούκα
Κωνσταντίνου, ενός από τους πρωτεργάτες του πανσλαβιστικού κινήματος στη Ρωσία
του 19ου αιώνα) έδωσε μια άλλη διάσταση στην αντιπαράθεση για την γλωσσική
απόδοση του Ευαγγελίου: τη συσχέτιση του αιτήματος για την απόδοση των ιερών
κειμένων στη καθομιλουμένη, με τα αντίστοιχα αιτήματα του βουλγαρικού κυρίως
εθνικισμού που διεκδίκησε, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, τη αντικατάσταση της
αρχαίας ελληνικής στη θεία λειτουργία με την παλαιά εκκλησιαστική σλαβική.[3].
Βέβαια το πρόβλημα της μετάφρασης της Αγίας Γραφής για το Οικουμενικό
Πατριαρχείο πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν τέθηκε μόνο σε σχέση με τις
διεκδικήσεις των σλαβοφώνων των Βαλκανίων αλλά και στην περίπτωση των
τουρκόφωνων ορθόδοξων πληθυσμών της Μικράς Ασίας[4] (Πόντος και Καππαδοκία). Η αποδοκιμασία λοιπόν της
μετάφρασης του Αλέξανδρου Πάλλη από τον τότε πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ και την Ιερά
Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης είναι βέβαιο ότι εντάσσεται στη μακρά παράδοση που
χαρακτηρίζει την πολιτική του Πατριαρχείου απέναντι στο γλωσσικό ζήτημα: η
ιερότητα της απόδοσης του Ευαγγελίου στην αρχαία ελληνική θα έπρεπε να
παραμείνει αδιασάλευτη. Η εγκύκλιος του Γρηγορίου του Ε΄ το 1819 για το ζήτημα
αυτό παραμένει ιδιαίτερα διαφωτιστική για την κατανόηση της στάσης του
Πατριαρχείου[5], την ίδια στιγμή που προέβαινε στην έκδοση της Κιβωτού της
Ελληνικής Γλώσσης που είχε επιμεληθεί ο τότε πρωτοσύγκελος και μετέπειτα
μητροπολίτης Τυρνόβου Ιλαρίων ο Κρης[6]. Την πολιτική αυτή θα μπορούσαμε να τη
χαρακτηρίσουμε ως πρότυπο ηγεμονικής στάσης του Πατριαρχείου απέναντι στο
ζήτημα, με βάση αυτό που θα αποκαλούσαμε ιδεολογία του Οικουμενισμού: πολιτική
περιθωριοποίηση και απαγόρευση στους ριζοσπάστες εθνικιστές να διαχειριστούν το
πρόβλημα, εγκόλπωση και επίλυσή του με όρους υπεροχής του θρησκευτικού
κριτηρίου έναντι του εθνικού.
Ετικέτες
Η ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΦΟΡΕΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ,
Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ,
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ,
Η ΚΑΘΑΡΕΥΟΥΣΑ,
Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΔΟΥΛΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ,
Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ,
Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ,
ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΔΟΥΛΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ,
ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
