Ο ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ 1
 Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη 
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
 σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
 ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
 2
 Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
 τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
 καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
 χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
 3
 Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
 πικραμένη, ἐντροπαλή,
 κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
 «ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.
 4
 Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα
 κι ἦταν ὅλα σιωπηλά, 
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
 καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.
 5
 Δυστυχής! Παρηγορία
 μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς
 περασμένα μεγαλεῖα
 καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.
 6
 Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
 φιλελεύθερη λαλιά,
 ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι 
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,
 7
 κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω 
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;» 
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
 κλάψες, ἅλυσες, φωνές.
 8
 Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
 μὲς στὰ κλάιματα θολό,
 καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
 πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.




ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΙΣ

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΙΣ

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΟΣΑ ΞΕΧΑΣΑΜΕ: «Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να σβήσουν την Αγία Πίστη, την ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. Και σκουπίζοντας τα δάκρυα μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάνουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ότι πολύτιμον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοι μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερο κακό από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».





Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Κωστής Παλαμάς - «O Ποιητής της Ρωμηοσύνης»


Κωστής Παλαμάς - «O Ποιητής της Ρωμηοσύνης»

(1859-1944)

"Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί
 τα πόδια να φιλήσουμε
του δυνατού 
σαν τα σκουλήκια που πατεί μας" 


Ο Κωστής Παλαμάς ήταν απόγονος μιας παλαιάς οικογένειας που εμφανίσθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα. Γενάρχης της υπήρξε ο Παναγιώτης Παλαμάρης. 
Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859. Σε ηλικία 7 χρονών έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς. Σε ηλικία μόλις 16 χρονών αρχίζει σπουδές νομικής, ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του. 

Το 1876 έρχεται στην Αθήνα όπου και γράφεται στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Γρήγορα όμως θα εγκαταλείψει τη Νομική, και έτσι αποφασίζει να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Παρά το ότι θα ασχοληθεί με τη ΝΕΑ ελληνική λογοτεχνία, το πρώτο του έργο, που θα δημοσιευτεί το 1876 με τίτλο "Ερώτων 'Eπη" θα γραφτεί σε υπερκαθαρεύουσα. 

Το 1886 θα κυκλοφορήσει η πρώτη του συλλογή στη δημοτική και το 1889 δημοσιεύεται ένα από τα καλύτερα έργα του, ο "Ύμνος της Αθηνάς", ο οποίος θα βραβευτεί στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό. Αυτό είναι και το πρώτο του βραβείο. Εισηγητής του διαγωνισμού αυτού ήταν ο Νικόλαος Πολίτης.

Το 1892 δημοσιεύει τη συλλογή "Τα μάτια της ψυχής μου", η οποία βραβεύτηκε και αυτή, το 1890. Το 1897 γίνεται γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δουλειά για την οποία αμοιβόταν αρκετά καλά, και έτσι απέκτησε την οικονομική άνεση για να συνεχίσει το έργο του. 
'Ενα χρόνο αργότερα, το 1898, δημοσιεύει δύο ποιητικές συλλογές, το "'Αστυ" και τον "Τάφο". Ακολουθεί μια περίοδος έμπνευσης και ο Παλαμάς γράφει το 1900 τους "Χαιρετισμούς της Ηλιογέννητης", το 1904 την "Ασάλευτη Ζωή", το 1907 τον "Δωδεκάλογο του Γύφτου", το 1910 την "Φλογέρα του Βασιλιά" και το 1919 "Τα Δεκατετράστιχα", τα οποία δημοσιεύονται και στην Αλεξάνδρεια. 
Το 1925 παίρνει το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και με την ίδρυση της Ακαδημίας των Αθηνών γίνεται και ένα από τα βασικά στελέχη της. Το 1928 δημοσιεύει τους "Δειλούς και σκληρούς στίχους" (Σικάγο) και το 1930 ή, κατά άλλους, το 1931 γίνεται πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Η ελληνική γλώσσα στον 21ο αιώνα

Η ελληνική γλώσσα στον 21ο αιώνα· παρελθόν και μέλλον

»»»  Γεώργιος Μπαμπινιώτης 

Στην καμπή από τον 20ό προς τον 21ο αιώνα ο απολογισμός τού τι έγινε στη γλώσσα μας στον αιώνα που φεύγει και τι προοπτικές ανοίγονται για την Ελληνική στον αιώνα που έρχεται, ο προβληματισμός για το πού βρίσκεται και πού βαδίζει η ελληνική γλώσσα είναι εξ αντικειμένου ζήτημα υψίστης σημασίας. Αν, βεβαίως, δεχθούμε ότι η γλώσσα είναι κύριο στοιχείο της ταυτότητας ενός λαού και βασικό σημείο αναφοράς για την περασμένη, τη σύγχρονη και τη μελλοντική πορεία του. Αν δεχθούμε την αρχή του Austin ότι γλώσσα σημαίνει πράξη. Αν στοιχίσουμε στη διακήρυξη του Wittgenstein ότι ο κόσμος μας είναι η γλώσσα μας. Αν συμφωνήσουμε με τον Barthes ότι ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος κειμένων ­ προφορικών και γραπτών. Κοντολογίς, αν δούμε τη γλώσσα στις πραγματικές της διαστάσεις ως εκδήλωση της σκέψης, του πολιτισμού, της ιστορίας και της όλης υπόστασης ενός λαού.

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Οικουμενικό Πατριαρχείο και Γλωσσικό Ζήτημα στις αρχές του 20ου αιώνα

-->
Τα όρια της «μέσης οδού»: Οικουμενικό Πατριαρχείο και Γλωσσικό Ζήτημα στις αρχές του 20ου αιώνα
                                     
Δημήτριος Σταματόπουλος


Στη μεγάλη κρίση του γλωσσικού ζητήματος στις αρχές του 20ου αιώνα, τα Ευαγγελικά, είναι γνωστό ότι ενεπλάκη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η σχεδόν παράλληλη απόπειρα της βασίλισσας Όλγας να αναθέσει τη μετάφραση του Ευαγγελίου στην δημοτική στη γραμματέα της Ιουλία Σωμάκη, με τη σιωπηλή έγκριση του μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου (η υπόθεση αυτή ξεκινά ήδη από το 1898), και η δημοσίευση από την εφημερίδα «Ακρόπολις» της μετάφρασης της Αγίας Γραφής από τον Αλέξανδρο Πάλλη, τον Σεπτέμβριο του 1901, προκάλεσαν μεταξύ άλλων και την αντίδραση της Μεγάλης Εκκλησίας[1].
Το γεγονός ότι η απόφαση της βασίλισσας Όλγας αποτέλεσε μια επιλογή στο ευρύτερο πλαίσιο ανασύνταξης του κύρους της δυναστείας μετά τον αποτυχημένο πόλεμο του 1897 είναι αδιαμφισβήτητο[2]. Ωστόσο η ρωσική καταγωγή της (κόρη του Μεγάλου Δούκα Κωνσταντίνου, ενός από τους πρωτεργάτες του πανσλαβιστικού κινήματος στη Ρωσία του 19ου αιώνα) έδωσε μια άλλη διάσταση στην αντιπαράθεση για την γλωσσική απόδοση του Ευαγγελίου: τη συσχέτιση του αιτήματος για την απόδοση των ιερών κειμένων στη καθομιλουμένη, με τα αντίστοιχα αιτήματα του βουλγαρικού κυρίως εθνικισμού που διεκδίκησε, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, τη αντικατάσταση της αρχαίας ελληνικής στη θεία λειτουργία με την παλαιά εκκλησιαστική σλαβική.[3]. Βέβαια το πρόβλημα της μετάφρασης της Αγίας Γραφής για το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν τέθηκε μόνο σε σχέση με τις διεκδικήσεις των σλαβοφώνων των Βαλκανίων αλλά και στην περίπτωση των τουρκόφωνων ορθόδοξων πληθυσμών της Μικράς Ασίας[4] (Πόντος και Καππαδοκία). Η αποδοκιμασία λοιπόν της μετάφρασης του Αλέξανδρου Πάλλη από τον τότε πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ και την Ιερά Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης είναι βέβαιο ότι εντάσσεται στη μακρά παράδοση που χαρακτηρίζει την πολιτική του Πατριαρχείου απέναντι στο γλωσσικό ζήτημα: η ιερότητα της απόδοσης του Ευαγγελίου στην αρχαία ελληνική θα έπρεπε να παραμείνει αδιασάλευτη. Η εγκύκλιος του Γρηγορίου του Ε΄ το 1819 για το ζήτημα αυτό παραμένει ιδιαίτερα διαφωτιστική για την κατανόηση της στάσης του Πατριαρχείου[5], την ίδια στιγμή που προέβαινε στην έκδοση της Κιβωτού της Ελληνικής Γλώσσης που είχε επιμεληθεί ο τότε πρωτοσύγκελος και μετέπειτα μητροπολίτης Τυρνόβου Ιλαρίων ο Κρης[6]. Την πολιτική αυτή θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ως πρότυπο ηγεμονικής στάσης του Πατριαρχείου απέναντι στο ζήτημα, με βάση αυτό που θα αποκαλούσαμε ιδεολογία του Οικουμενισμού: πολιτική περιθωριοποίηση και απαγόρευση στους ριζοσπάστες εθνικιστές να διαχειριστούν το πρόβλημα, εγκόλπωση και επίλυσή του με όρους υπεροχής του θρησκευτικού κριτηρίου έναντι του εθνικού. 

 

WebCounter.com
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | Top WordPress Themes